Οι καραβομαραγκοί των Σποράδων ήταν ονομαστοί για την επιδεξιότητά τους. Τα μεγαλύτερα και καλύτερα σκαριά κατασκευάζονταν στη Σκόπελο, όμως κι η Αλόννησος (τα Λιαδρόμια) αλλά και η Σκιάθος είχαν τους ταρσανάδες τους. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα οι ταρσανάδες της Αλοννήσου χρησίμευαν κυρίως για επισκευές. Για νέα σκαριά πήγαιναν στη Σκόπελο ή περίμεναν να έρθουν σκοπελίτες καραβομαραγκοί στο νησί.
Η ναυπηγική ήταν σημαντική τέχνη, που συνήθως περνούσε από γενιά σε γενιά. Οι ταρσανάδες ήταν οικογενειακές επιχειρήσεις. Το εργαστήρι του καραβομαραγκού ήταν εξοπλισμένο με πολλά εργαλεία και όργανα μέτρησης, κάποια αυτοσχέδια. Οι καραβομαραγκοί συνεργάζονταν στενά και με σιδεράδες για την κατασκευή εξαρτημάτων και εργαλείων, όπως οι ζουμπάδες, τα σφυριά, τα καλαφατικά…
Διαδικασία κατασκευής ενός παραδοσιακού σκαριού
Τα ξύλα για την κατασκευή των καϊκιών συνήθως προερχόταν από τα πυκνά πευκοδάση της Αλοννήσου, της Σκοπέλου ή της Σκιάθου. Τα πεύκα κόβονταν τον Δεκέμβρη, για να έχουν αρκετό ρετσίνι ακόμη, κάτι που μακροπρόθεσμα προστάτευε τα πλοία. Οι χοντροί κορμοί μεταφέρονταν με τη βοήθεια ενός «μπαμπά», ενός συστήματος έλκυσης δηλαδή με την κινητήρια δύναμη των ζώων, κυρίως βοδιών ή μουλαριών. Τα ζώα τραβούσαν τους κορμούς ως τον ταρσανά.
Στον ταρσανά, οι κορμοί αφού στέγνωναν μερικές μέρες, σχίζονταν σε σανίδες με τη βοήθεια μιας διπλής καρμανιόλας (πριονιού) που χειρίζονταν δύο άτομα, αλλά και ενός μεγάλου κουρασταριού (ή κορασταριού), ενός εργαλείου που περιλάμβανε πριονοκορδέλα εφαρμοσμένη στο κέντρο ενός ξύλινου πλαισίου, το οποίο χειρίζονταν ένα ή δύο άτομα. Στη συνέχεια έβγαινε το χνάρι του σκαριού με τη βοήθεια ειδικών γωνιακών εργαλείων, ενώ ο καραβομαραγκός αποφάσιζε και το πλάτος των σανίδων με τη βοήθεια ενός μετρητή. Οι σανίδες πλανίζονταν με τη βοήθεια μιας πλάνης και τα «στραβόξυλα» έπαιρναν κλίση με τη βοήθεια ειδικού κουρασταριού αλλά και μιας ροκάνας, με την οποία ροκάνιζαν το ξύλο. Η καρίνα του πλοίου κατασκευαζόταν από πουρνάρι, που ήταν πιο ανθεκτικό από το πεύκο. Οι σανίδες συναρμόζονταν με τζινέτια (συνδέσμους), αλλά και με καρφιά που τα χτυπούσαν με σφυριά ή με ματσόλες, ενώ σε διάφορα σημεία γίνονταν τρύπες με την τριβέλλα, στην οποία προσαρμόζονταν τρυπάνια διαφορετικού πάχους. Πολύ χρήσιμο εργαλείο ήταν και ο ζουμπάς, ένας υποδοχέας με τη βοήθεια του οποίου καρφώνονταν μεταλλικοί ευθύγραμμοι σύνδεσμοι μέσα στο σκαρί, καθώς και η σκεπαρνιά, με την οποία διορθώνονταν οι ατέλειες ή έπαιρνε το σκάφος τη σωστή κλίση. Αφού συναρμολογούνταν το σκαρί, γινόταν η επεξεργασία της επιφάνειας, αρχικά με μια ξύστρα για κατακάψιμο των νεκρών κυττάρων της επιφάνειας του ξύλου και στη συνέχεια με το καλαφάτισμα. Αυτό γινόταν με ειδικά καλαφατικά εργαλεία και ολοκληρωνόταν με το πέρασμα με κατράμι, το οποίο έλιωνε μέσα σε μπεν μαρί, για να δουλεύεται πιο εύκολα. Αφού το σκαρί σκεπαζόταν με κουβέρτα, δηλαδή με κατάστρωμα φτιαγμένο πάλι από σανίδες, τοποθετούνταν επάνω του ο σταυρός για το άλμπουρο. Τα κατάρτια κατασκευάζονταν από κυπαρίσσια και μάλιστα στην Αλόννησο υπήρχε η παράδοση ο πατέρας να φυτεύει ένα κυπαρίσσι όταν γεννιόταν κόρη. Όταν η κόρη έφτανε σε ηλικία γάμου, τότε το κυπαρίσσι κοβόταν και πουλιόταν στους καραβομαραγκούς για να φτιαχτεί η προίκα του κοριτσιού. Επίσης, στην κουβέρτα τοποθετούνταν φουρκαδέλλες για να στηρίζονται τα κουπιά, τα καμάκια ή διάφοροι σωλήνες. Τέλος, τα ξάρτια περνιούνταν σε μακαράδες (τροχαλίες), όπως και τα υπόλοιπα σκοινιά. Από σχοινί κατασκευάζονταν και τα προστατευτικά της κουπαστής, που χρησίμευαν, όπως τα σημερινά μπαλόνια, για να μην τρακάρουν μεταξύ τους τα καράβια.
Οι περιοδεύοντες καραβομαραγκοί, όπως ο Δημήτρης Ρέκκας, ήταν υποχρεωμένοι όταν πήγαιναν σε ξένο μέρος, να φέρουν μαζί μια μικρή πινακίδα με το όνομα και την ιδιότητά τους, το οποίο τοποθετούσαν σε εμφανές μέρος κοντά στο μπαουλάκι όπου μετέφεραν τα εργαλεία τους.