Πέρασμα κουβέρτας στη Σκόπελο

Πέρασμα κουβέρτας στη Σκόπελο

Χρονολογία
Σύγχρονη Εποχή (1945-σήμερα) Click to explore objects with the same chronology
Πνευματικά Δικαιώματα
Οικογένεια Ρέκκα
Tags
σκαρί καραβομαραγκός ναυπηγική

Περιγραφή

Το "πέρασμα" της κουβέρτας είναι μια διαδικασία επίπονη που χρειάζεται μεγάλη επιδεξιότητα, καθώς τα μαδέρια πρέπει να συναρμόσουν τέλεια, αλλά και να εφαρμόσουν στα ανοίγματα του κύτους. Στη φωτογραφία αυτή ο Δημήτρης Ρέκκας μαζί με συνεργάτες του περνάει την κουβέρτα σε ένα καϊκι στη Σκόπελο.

Δημιουργός

Ρέκκας, Δημήτριος

Ο Δημήτριος Ρέκκας γεννήθηκε στη Σκόπελο στις 31 Μαΐου του 1911. Ήταν γιος του Σκοπελίτη Ιωάννη Ρέκκα, γνωστού καραβομαραγκού του νησιού, ο οποίος είχε μεταναστεύσει, όπως και άλλοι Σκοπελίτες, στη Βραΐλα (Brăila), πόλη της νοτιοανατολικής Ρουμανίας και λιμάνι στον Δούναβη. Εκεί δραστηριοποιήθηκε για αρκετά χρόνια, γνωρίζοντας καταξίωση. Στη συνέχεια επέστρεψε στον τόπο του για να παντρευτεί την Ευλαλία Καπρή και να κάνει οικογένεια. Από μικρός, ο Δημήτριος Ρέκκας, ακολουθούσε τον πατέρα του στα καρνάγια του νησιού όπου ναυπηγούνταν (ή και επισκευάζονταν) παραδοσιακά ξύλινα σκάφη. Τις παραγγελίες εμπορικών και αλιευτικών σκαφών έκαναν καραβοκύρηδες από όλη την Ελλάδα. Οι ικανοί Σκοπελίτες καραβομαραγκοί ήταν γνωστοί για τη δεξιοτεχνία τους, ενώ το πευκοδάσος του νησιού συνέβαλλε στην εύρεση και επιλογή της πρώτης ύλης την οποία προσέφερε απλόχερα. Από τον πατέρα του διδάχτηκε τα μυστικά της τέχνης του καραβομαραγκού, η οποία, εκτός από δύσκολη χειρωνακτική εργασία, ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία. Από τον ίδιο επίσης έμαθενα «ρίχνει τη σάλα», όπως ονομαζόταν η αποτύπωση του πολύπλοκου σχεδίου του σκάφους. Ο σχεδιασμός γινόταν με μεγάλη ακρίβεια πάνω σε επίπεδη ξύλινη επιφάνεια, κατασκευασμένη στο έδαφος ειδικά για τον σκοπό αυτό, της οποίας το πλάτος ήταν όσο και το πλάτος του σκάφους. Όταν, ως νεοσύλλεκτος, παρουσιάστηκε στο Κέντρο Κατάταξης του Πολεμικού Ναυτικού για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, ερωτήθηκε αν γνώριζε καλά τη δουλειά (του καραβομαραγκού) και αυτός απάντησε ότι η μητέρα του τον είχε γεννήσει μέσα στα ροκανίδια. Υπηρέτησε σε αντιτορπιλικά, τα οποία εκείνη την εποχή απαιτούσαν πολλές ξυλουργικές εργασίες και επισκευές. Όταν απολύθηκε από το Ναυτικό, έμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα στον Πειραιά και εργάστηκε για την τσιμεντοβιομηχανία «Σταύρος Κότσιρας & ΣΙΑ» (σήμερα «Χάλυψ») επισκευάζοντας τις ξύλινες μαούνες που μετέφεραν στο λιμάνι τις πρώτες ύλες για την παραγωγή του τσιμέντου. Μετά τον Πειραιά πήγε στη Χαλκίδα όπουέμεινε και εργάστηκε στα καρνάγια της περιοχής. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η δική του κλάση δεν προσκλήθηκε να παρουσιαστεί και ο Δημήτριος Ρέκκας παρέμεινε στη Σκόπελο. Μετέφερε μαζί με άλλους Σκοπελίτες λάδι στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής, το οποίο αντάλλασσαν με σιτάρι, πατάτες, ρύζι και φωτιστικό πετρέλαιο. Η μεταφορά των εμπορευμάτων ήταν κοπιαστική, μιας και γινόταν με βάρκες με κουπιά. Όταν τελείωσε ο πόλεμος άρχισαν ξανά οι παραγγελίες. Ο Δημήτριος Ρέκκας αναλάμβανε μόνος του εξ’ ολοκλήρου την κατασκευή μικρών, αλιευτικών ως επί το πλείστον, σκαφών, τα οποία συνήθως ήταν τρεχαντήρια ή βάρκες. Μόνο στα μεγάλα σκάφη (καραβόσκαρα και περάματα), τα οποία είχαν χωρητικότητα από 130 μέχρι 200 τόνους, δούλευαν πολλοί Σκοπελίτες καραβομαραγκοί μαζί. Για παράδειγμα, ένα τέτοιο καραβόσκαρο ήταν το «Πασχάλης», το οποίο παρήγγειλε ο καραβοκύρης της Σκιάθου Νικόλαος Πασχάλης. Και ένα πέραμα ήταν το «Κατερίνα» του Σκοπελίτη Τριαντάφυλλου Ι. Λεμονή. Τα δύο αυτά σκάφη μετέφεραν εμπορεύματα και επιβάτες από τον Βόλο στα τρία νησιά των Σποράδων (Σκιάθο, Σκόπελο και Αλόννησο) και αντίστροφα. Το δάσος της Σκοπέλου, όπως προαναφέρθηκε, προσέφερε άφθονη πρώτη ύλη. Ο καραβομαραγκός επέλεγε τα ίσια πεύκα, ανάλογα με το μέγεθος του σκάφους, με τα οποία θα κατασκευάζονταν τα μαδέρια. Επέλεγε επίσης τα στραβόξυλα (πεύκα με καμπύλους κορμούς) για το τρυπητό, τα καμάρια, τις κουπαστές και τις πόστες. Την άδεια υλοτομίας χορηγούσε ο υπεύθυνος υπάλληλος του Δασαρχείου Σκοπέλου,αφού τα ενέκρινε και τα σφράγιζε με μίνιο. Μετά την υλοτόμηση, οι κορμοί καθαρίζονταν επί τόπου από τα κλαδιά και σύρονταν από τον τόπο κοπής, δεμένοι με σχοινιά, από ζώα (αγελάδες ή μουλάρια) στο καρνάγιο, στο «ναυπηγείο» δηλαδή παραδοσιακού τύπου. Στο καρνάγιο, σύμφωνα με τις οδηγίες του καραβομαραγκού, οι κορμοί των πεύκων σκίζονταν σε μαδέρια με την πριόνα από εργάτες, τους ονομαζόμενους «σκιστάδες». Στη συνέχεια η επεξεργασία όλης της ξυλείας γίνονταν με εργαλεία χειρός διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα μηχανήματα. Ως βασικά εργαλεία χρησιμοποιούσαν το πριόνι, το ροκάνι, το κουμπάσο, το μασταρί, το κουραστάρι, τον ζβανά, το ματικάπι, τη σκεπαρνιά, τη στέλα κ.ά. Για μια βάρκα τεσσάρων (4) μέτρων απαιτούνταν εργασία πενήντα ημερών, από το πρωί μέχρι το σούρουπο, η τιμή της δε τη δεκαετία του ‘60 ήταν 3.500 δραχμές.